Ιστορικό κτηρίου

Διατηρητέο μνημείο. Στο κτήριο  αυτό λειτούργησε η εμπορική σχολή Ηπείρου από το έτος 1923 έως το 1961.

Χτίσθηκε περί το 1870 ως κατοικία του βαλή (γενικού διοικητή) του βιλαετίου Ιωαννίνων. Μετά την απελευθέρωση χρησιμοποιήθηκε (1913-19) ως έδρα του αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβέρνησης και μετέπειτα προέδρου της αυτόνομης Ηπείρου. Γεωργίου Χρηστάκη Ζωγράφου. Στέγασε το Αγγλικό Γενικό Προξενείο μέχρι το 1923 και στη συνέχεια την Εμπορική Σχολή Ιωαννίνων μέχρι το 1961, την οποία ίδρυσε και διηύθυνε ο Κων/νος Μολυβάδας. Έκτοτε στεγάζει σχολικές ανάγκες και αποτέλεσε – μέχρι το 1998- το ένα απ’ τα έντεκα Κλασσικά Λύκεια της χώρας. Η κάτοψη του κτιρίου είναι λιτή, τετραγωνικής μορφής με αυστηρή οργάνωση των χώρων του. Δεσπόζει η αετωματική διάθεση της δυτικής πλευράς και ο εξώστης της ανατολικής όψης, με Θέα τη λίμνη Ιωαννίνων. Είναι διόροφο με ημιυπόγειο και αποτελείται από τρία μεγάλα δωμάτια – αίθουσες, δύο μικρά γραφεία και το εσωτερικό κλιμακοστάσιο στο ισόγειο και άλλα τόσα στον πρώτο όροφο. Χαρακτηρίσθηκε ως έργο τέχνης, χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας το 1977.

Η στέγαση της Εμπορικής Σχολής στο κτήριο, που έφερε μέχρι τότε την ονομασία «Παλατάκι», είχε ανεγερθεί στη Β.Α. άκρη ενός μεγάλου κτήματος, του οποίου η αξιοποίηση έχει μεγάλη προϊστορία. Ας ξετυλίξουμε όμως το κουβάρι παίρνοντας το νήμα από την αρχή.

Ο Φαήκ Εφένδης
Στην ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων, έξω από τα όρια της τότε πόλεως, υπήρχε μία μεγάλη έκταση, ένας γήλοφος, ιδιοκτησίας του τουρκογιαννιώτη άρχοντα Φαήκ Εφέντη. Η κατοικία του βρισκόταν εκεί όπου σήμερα η πολυκατοικία – κλινική Ζηκοπούλου επί της Λεωφόρου Δωδώνης. Εμβληματικός της κατοικίας του ήταν ένας μεταλλικός πύργος, ανεμόμυλος, για την άντληση νερού και άρδευση των εκτάσεων της περιοχής του. Ο ανεμόμυλος αυτός παρέμεινε μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, δηλ. τη δεκαετία του ’50, και καταστράφηκε είτε από τη διαπλάτυνση της Λεωφόρου Δωδώνης, είτε από την ανέγερση της πολυκατοικίας Ζηκοπούλου.

Ο Φαήκ Εφέντης είχε αδελφό τον Καρίμπεη που ήταν βαλής στην Αδριανούπολη. Ο Φαήκ ήταν άγαμος και ζούσε μόνος του. Γι’ αυτό επισκεπτόταν συχνά τον αδελφό του. Περνούσε από την κοιλάδα των ρόδων, παρακολουθούσε την καλλιέργεια της τριανταφυλλιάς και μάθαινε τα μυστικά της απόσταξης για την παραγωγή του ροδέλαιου. Σκέφθηκε να καλλιεργήσει και αυτός στο κτήμα του εδώ ένα είδος τριανταφυλλιάς για την παραγωγή ροδέλαιου. Για το σκοπό αυτό έφερε πέντε χιλιάδες (5.000) περίπου μοσχεύματα τριανταφυλλιάς, τα οποία φύτεψε στην έκταση του αγροκτήματος του. Για να ποτίσει τα δενδρύλλια με την απαιτούμενη ποσότητα νερού άνοιξε πηγάδια. Αυτά όμως δεν απέδωσαν την απαραίτητη ποσότητα νερού με αποτέλεσμα να στερέψουν τα περισσότερα. Με την συνεχή όμως άντληση νερού στέρεψαν και τα πηγάδια της περιοχής. Τότε με τη βοήθεια πλούσιου συγγενούς γείτονά του άνοιξε καινούργιο με μεγάλο βάθος πηγάδι και βρήκε άφθονο νερό. Για την άντληση της απαραίτητης ποσότητας νερού εγκατέστησε και ανεμόμυλο. Μέχρι να πραγματοποιηθεί όμως το έργο αυτό ξεράθηκαν και τα υπόλοιπα δενδρύλλια. Έτσι απέτυχε η όλη επιχείρηση και ο Φαήκ βρέθηκε καταχρεωμένος.

Χιβζή Πασάς 
Το Σεπτέμβριο του 1889 διορίστηκε βαλής Ιωαννίνων στο σαντζάκι Ηπείρου και Αλβανίας ο τουρκογιαννιώτης Αχμέτ Χαβζή ή Χι(ε)βζή και Χιζβή πασάς (1889-1897) με το βαθμό του «λιβά» (υποστρατήγου). Ήταν από τους διακεκριμένους βαλήδες που πέρασαν από την πόλη για τα φιλάνθρωπα αισθήματά του και το αδέκαστο του χαρακτήρα του. Αντίθετα ο Κων. Μέκιος χαρακτηρίζει το Χιζβή όχι και τόσο κολακευτικά: «…ανήρ προκεχωρηκώς την ηλικίαν, φανατικός δε και καχύποπτος, εστερημένος ιδίας θελήσεως και έρμαιον διατελών των περιστοιχούντων αυτόν ασυνειδήτων κολάκων…».

Ένα από τα πρώτα μελήματα του Χιεζβή ήταν να συστήσει επιτροπή για την εξεύρεση καταλλήλου οικοπέδου και την ανέγερση νοσοκομειακού συγκροτήματος, επειδή είχε διαπιστωθεί η ανεπάρκεια του υπάρχοντος για την περίθαλψη των υπαλλήλων της αυτοκρατορίας, των φτωχών και ξένων. Η επιτροπή υπέδειξε ως κατάλληλο το χώρο του αγροκτήματος του Φαήκ Εφένδη. Ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις και σχετικούς εκβιασμούς ο Φαήκ εξαναγκάστηκε να πουλήσει το κτήμα του αντί χιλίων (1.000) χρυσών λιρών οθωμανικών.

Το Χαμηδιέ
Ο Χιβζή πασάς ανέθεσε στον Πολωνό αρχιμηχανικό του βιλαετίου Σιγισμούνδο Μινέικο, γαμπρό του Γιαννιώτη Γυμνασιάρχη της Ζωσιμαίας Σχολής Σπ. Μανάρη (και μετέπειτα πεθερό του Γεωρ. Παπανδρέου στην Πάτρα) να καταρτίσει τα σχέδια του νοσοκομειακού συγκροτήματος. Αυτό περιελάμβανε πέντε κτήρια: α) Το κεντρικό παθολογικό, β) το χειρουργικό, γ) το γυναικολογικό, δ) των αφροδισίων νοσημάτων κι ε) το αναρρωτήριο. Η ανέγερση των κτηρίων του συγκροτήματος ολοκληρώθηκε σε χρονικό διάστημα δύο ετών. Το νοσοκομειακό συγκρότημα έλαβε την επίσημη ονομασία «Χαμηδιέ» προς τιμή του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β’ (1876-1909). Μετά την απελευθέρωση (1913) το νοσοκομειακό συγκρότημα περιήλθε στο Δήμο Ιωαννιτών με την ονομασία Η ΑΓΑΠΗ.

Ο Κουραμπάς
Οι τουρκογιαννιώτες ονόμαζαν το νοσοκομείο «Γκουρ Γαριμπάχ» (λέξεις τουρκικές), δηλ. «νοσοκομείο των ξένων», από την οποία με παραφθορά προήλθε η ονομασία «Κουραμπάς» που διατηρείται μέχρι σήμερα. Το τοπωνύμιο αυτό είναι γνωστό από το 1890. Και σαφώς το τοπωνύμιο δεν προήλθε από «…τον τόπο κούρας, θεραπείας, θεραπευτηρίου, νοσοκομείου», όπως υποθέτει ο Γεωρ. Οικονόμου. Ούτε επίσης προήλθε από την ύπαρξη μεγάλου τσιφλικά, του Κουραμπά Εφέντη, όπως υποστηρίζει ο αγαπητός Άλκης Χρηστίδης, γιατί δεν υπήρξε. Ιδιοκτήτης του κτήματος ήταν ο Φαήκ Εφένδης.

Εκτός από το νοσοκομειακό συγκρότημα, για να εξωραΐσει τον περιβάλλοντα χώρο, τον δενδροφύτευσε με διάφορα καλλωπιστικά φυτά, όπως έλατα, φιλύρες (φλαμουριές, τίλια), πλατάνια κ.ά. Επίσης δημιούργησε θαυμάσιο ανθόκηπο με πρωτοφανή άνθη για την εποχή και πρωτόγνωρες αλέες με θάμνους.

Για την ύδρευση του νοσοκομειακού συγκροτήματος και την άρδευση των δένδρων και του ανθοκήπου μετέφερε νερό με σωλήνες από το υδραγωγείο που είχε ανεγείρει στα Λιθαρίτσια. Το νερό με ροδάνι που γύριζαν ζώα, εναποθηκευόταν σε πύργο ύψους 35 μέτρων. Με το νερό αυτό υδρεύονταν και οι στρατώνες στα Λιθαρίτσια. Επίσης νερό έτρεχε και από τις τέσσερις βρύσες, που υπήρχαν στη βάση του Ρολογιού της Πλατείας, μία από κάθε πλευρά, στην πρώτη του θέση.

Δεκοχτούρες (Streptopelia decaocto): Έφερε ακόμη από το Μπιτόλια (Μοναστήρι), όπου είχε προϋπηρετήσει, κι εκατό ζευγάρια (είδος) τρυγόνια. Εξέδωσε και αυστηρή διαταγή για τους παραβάτες, που θα σκότωναν τα τρυγόνια, ότι θα τιμωρούνται με τρίμηνη εξορία. Από τότε γέμισε η πόλη μας με τα όμορφα αυτά πουλιά, τα οποία ονομάζονταν «δεκοχτούρες» (δεκαοχτούρες) από την παρομοίωση του λαλήματος τους με τον αριθμό δεκαοχτώ (18). Ο λαός μας γρήγορα ενέταξε το πουλί αυτό στους θρύλους για τα ζώα.